Κυριακή, Οκτωβρίου 21

ΑΣΦΑΛΗΣ ΑΝΟΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ HIV ΜΕ... "ΚΑΡΚΙΝΟ"

Πολλά έχουν γίνει γνωστά τα τελευταία χρόνια για την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας σε διαφορετικούς καρκίνους.
Ωστόσο, οι επιστήμονες γνώριζαν ελάχιστα για την ασφάλεια της θεραπείας αυτής για καρκινοπαθείς με τον ιό HIV. Μελέτη που παρουσιάστηκε στο ESMO 2018 στο Μόναχο, δείχνει ότι είναι πλέον εφικτή η θεραπεία με αναστολείς PD-1 / PDL-1, που στοχεύουν στον καρκίνο και σ αυτή την ομάδα ασθενών, στην οποία ο καρκίνος παραμένει μία από τις κύριες αιτίες θνησιμότητας, καθώς το 2010 το 1/3 των θανάτων, είχε ως αιτία τον καρκίνο.

Ο επικεφαλής της μελέτης Dr. Aurélien Gobert από το Παρίσι, είπε ότι σήμερα στην Ευρώπη, υπάρχουν περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν με τον ιό HIV και όπως εξήγησε "αυτοί οι ασθενείς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για έναν αριθμό καρκίνων: μορφές του που σχετίζονται με το AIDS, αλλά και άλλες που είναι δύο έως τρεις φορές πιο πιθανό να αναπτύξουν από το γενικό πληθυσμό, όπως τον καρκίνο στον  πρωκτό, το δέρμα, το κεφάλι το λαιμό και τον πνεύμονα,». Οι ασθενείς με HIV και καρκίνο, συνήθως δεν εκπροσωπούνται σε κλινικές δοκιμές φαρμάκων, οι οποίες επιλέγουν υποψήφιους με τη μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών, οπότε δεν γίνεται άμεσα γνωστό πως θα αντιδράσουν σε νεότερες θεραπείες.

«Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να εξετάσουμε μια θετική στον ιό HIV ομάδα ασθενών που έλαβαν ανοσοθεραπεία με τον αναστολέα PD-1(nivolumab) για τον καρκίνο και τους παρακολουθούσαμε στενά όσον αφορά το ιικό τους φορτίο και τον αριθμό των CD4 λεμφοκυττάρων τους», δήλωσε ο Gobert. Ο πληθυσμός της μελέτης, ήταν δημογραφικά ομοιογενής και οι περισσότεροι ασθενείς ήταν άνδρες ηλικίας περίπου 60 ετών.

Από τους 20 ασθενείς που αξιολογήθηκαν, 5% είχαν μεταστατικό μελάνωμα και το υπόλοιπο 95%, έλαβαν θεραπεία για μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. «Δεν είδαμε θανάτους που σχετίζονται με παρενέργειες των φαρμάκων ή ανεπιθύμητες ενέργειες από το ανοσοποιητικό τους σύστημα», ανέφερε ο Gobert.

Οι επιστήμονες τόνισαν ότι το μέγεθος του δείγματός των ασθενών και η διάρκεια παρακολούθησης τους δεν τους επιτρέπει να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, αλλά ο Gobert ανέφερε πως «γνωρίζουμε ότι λίγοι ασθενείς ανταποκρίνονται στην ανοσοθεραπεία, αλλά αυτοί που ανταποκρίνονται ζουν περισσότερο. Αυτό φαίνεται να ισχύει για τον ασθενή με μελάνωμα στην ομάδα μας, αλλά η μελέτη είναι πολύ πρόσφατη για να καθορίσουμε τα ποσοστά επιβίωσης αυτή τη στιγμή. Η βασική μας θεώρηση είναι ότι η θεραπεία φαίνεται να είναι καλά ανεκτή από καρκινοπαθείς ασθενείς με HIV, εφόσον συνεχίζεται  κανονικά η αντιρετροϊκή τους θεραπεία».

Σχολιάζοντας αυτή τη μελέτη για τον ESMO, ο καθηγητής John Haanen του Ολλανδικού Ινστιτούτου Καρκίνου στο 'Αμστερνταμ δήλωσε: «Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα άλλων μικρότερων μελετών, που δείχνουν ότι οι ασθενείς με καρκίνο που ζουν με HIV και ενώ βρίσκονται σε αντιρετροϊκή θεραπεία, μπορούν να λάβουν με ασφάλεια αντί-PD-1 θεραπεία. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας δείχνουν επίσης ότι το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης των HIV-θετικών ασθενών στην ανοσοθεραπεία φαίνεται να είναι παρόμοιο με αυτό άλλων καρκινοπαθών. Αυτά τα πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερες μελέτες - ιδανικά, σε μια μελλοντική κλινική δοκιμή», κατέληξε.

ΠΗΓΗΑΠΕ-ΜΠΕ

Σάββατο, Οκτωβρίου 13

Καμπανάκι επιστημόνων - Oι μισοί Έλληνες έχουν πρόβλημα με τη βιταμίνη D και τη λήψη ασβεστίου

 
Πρόσφατη μελέτη είχε δείξει πως πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, είχαν έλλειψη βιταμίνης D, αλλά ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για την Ελλάδα. 

  
Δύο ελληνικές μελέτες που εκπονήθηκαν από το Εργαστήριο Έρευνας Παθήσεων του Μυοσκελετικού Συστήματος, του ΚΑΤ (Πανεπιστήμιο Αθηνών) με τη στήριξη του Συλλόγου Ασθενών Σκελετικής Υγείας «ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ» δείχνουν χαμηλή κατανάλωση ασβεστίου και ανεπάρκεια βιταμίνης D για έναν στους δύο Έλληνες.   
  Ο επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Οστεοπόρωσης, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και ενδοκρινολόγος Γιώργος Τροβάς σε συνέντευξη του στο Πρακτορείο Fm και στην εκπομπή «104,9 Μυστικά Υγείας», αναφέρει ότι λανθασμένα ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Αντιμετώπιση της Οστεοπόρωσης κατέταξε σε τωρινή δημοσίευση του την Ελλάδα στις χώρες με μεγάλη πρόσληψη ασβεστίου.   «Πρώτον, γιατί τα στοιχεία που αναρτήθηκαν στον παγκόσμιο χάρτη πρόσληψης ασβεστίου, προκύπτουν από παλιά μελέτη, και δεύτερον γιατί τα στοιχεία που εμείς ανακοινώσαμε πρόσφατα σε συνέδριο του εξωτερικού και τα οποία πρόκειται να δημοσιεύσουμε σε επιστημονικό περιοδικό, κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση».   Μία στις 4 Ελληνίδες κάτω των 40 καταναλώνει ελάχιστη ποσότητα ασβεστίου ημερησίως. 
  Η πρώτη μελέτη σύμφωνα με τον κ. Τροβά, που έγινε την τελευταία πενταετία σε ένα μεγάλο δείγμα 11.000 Ελλήνων, όλων των ηλικιών 18-97 (με την πλειοψηφία στο δείγμα να είναι γυναίκες) διαπίστωσε ότι το 50% προσλαμβάνει ασβέστιο κάτω από 800 mg, που η είναι συνιστώμενη ημερήσια κατανάλωση. «Επίσης φάνηκε ότι το 25% νέων γυναικών κάτω των 40 ετών, καταναλώνει κάτω από το 400 mg που είναι η ελάχιστη ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου. Στο άλλο άκρο, είδαμε ότι σε άτομα άνω των 80 ετών, μόνο το 36% καλύπτει τις ημερήσιες ανάγκες που συνιστώνται για αυτή την ηλικία» είπε.   Μεγάλη έλλειψη βιταμίνης D για το 8% του ελληνικού πληθυσμού   Σε άλλη μελέτη του Εργαστηρίου Έρευνας Παθήσεων του Μυοσκελετικού Συστήματος, του ΚΑΤ, που έγινε τη διετία 2015-2017 σε πανελλαδικό δείγμα 1.000 ατόμων ηλικίας 18-65 ετών, (με το 70% του δείγματος να είναι γυναίκες) φάνηκε, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνικού Ιδρύματος Οστεοπόρωσης, ότι το 50% έχει ανεπάρκεια βιταμίνης D, ενώ ένα 8% έχει μεγάλη έλλειψη της βιταμίνης D. 
  Σε μελέτη από τη Νέα Ζηλανδία που δημοσιεύεται στο «Νew England Journal of Medicine», για πρώτη φορά καταδεικνύεται ότι πλέον υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα για την αντιμετώπιση της οστεοπενίας, που είναι ο προπομπός της οστεοπόρωσης, επισημαίνει ο κ. Τροβάς.   Όσον αφορά την πρόληψη, είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια ότι η διατροφή και η άσκηση συντελούν πάρα πολύ, αναφέρει χαρακτηριστικά και τονίζει ότι αυτό που χρειάζεται είναι διατροφή πλούσια σε ασβέστιο, αλλά και βελτίωση των επιπέδων της βιταμίνης D.   «Κάτι που δυστυχώς μέσω της διατροφής είναι σχεδόν αδύνατον στην Ελλάδα, γιατί η εν λόγω βιταμίνη βρίσκεται σε πολύ λιπαρές τροφές, που δεν συνάδουν με τις ελληνικές διατροφικές συνήθειες. Άρα θα πρέπει να αυξήσουμε την έκθεση στον ήλιο, και σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζονται και συμπληρώματα, γιατί τα 20-30 λεπτά στον καλοκαιρινό ήλιο αρκούν, τις υπόλοιπες εποχές του χρόνου όμως όχι».

   Mε πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ (Πηγή: www.lifo.gr)